Χαρακτηρίζεται ως η ακούσια (μη ηθελημένη) απώλεια ούρων, η οποία αποτελεί ένα κοινωνικό πρόβλημα ή ακόμη και πρόβλημα υγιεινής.
Δύο είναι οι κύριες λειτουργίες της ουροδόχου κύστης: H συγκέντρωση και η διατήρηση των ούρων, καθώς και η κένωσή της με την ούρηση. Αυτά επιτυγχάνονται υπό τον έλεγχο του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, μέσω περιφερικών και κεντρικών αντανακλαστικών. Εδώ μας ενδιαφέρει να ξέρουμε δύο απλά πράγματα που αφορούν τη φυσιολογία της εγκράτειας. Η εγκράτεια των ούρων στηρίζεται στη φυσιολογική λειτουργία της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας (η πρώτη χαλαρώνει η δεύτερη συσπάται). Πρέπει να υπάρχει απόλυτη αρμονική συνεργασία, έτσι ώστε η ουρήθρα να είναι κλειστή όταν τα ούρα συγκεντρώνονται στην κύστη και ανοικτή όταν συσπάται (η κύστη) και κατ επέκταση εξωθεί το περιεχόμενό της προς τα έξω.

Έτσι, λοιπόν, η ουροδόχος κύστη, διατείνεται, επιτρέπει την πλήρωσή της με επαρκείς ποσότητες ούρων και με μικρή αύξηση της ενδοκυστικής πίεσης (ικανότητα προσαρμογής της κύστης – compliance).
Ο μοναδικός τρόπος για να πει ο Ουρολόγος ότι πρόκειται για ακράτεια πέραν του ιστορικού και της κλινικής εκτίμησης είναι ο Ουροδυναμικός έλεγχος.
Υπάρχουν διάφοροι τύποι ακράτειας. Ανάλογα τον τύπο που θα μας ταυτοποιήσει ο Ουροδυναμικός έλεγχος θα δώσουμε την κατάλληλη θεραπεία, η οποία καμιά φορά μπορεί να είναι χειρουργική με άριστα αποτελέσματα.