ΚΑΡΚΙΝΟΣ  ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ  ΚΥΣΤΕΩΣ
Η ουροδόχος κύστη είναι η «αποθήκη» των ούρων. Το 90%-95% των καρκίνων που αναπτύσσονται σε αυτήν αρχίζουν από τα κύτταρα που επιστρώνουν το εσωτερικό της (ουροθήλιο).
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι παγκοσμίως ο τέταρτος πιο συχνός καρκίνος στους άντρες και ο έβδομος πιο συχνός στις γυναίκες. Στη χώρα μας είναι ο τρίτος συχνότερος στους άντρες, αποτελώντας το περίπου 9,4% των κρουσμάτων καρκίνου που καταγράφονται ετησίως. Υπολογίζεται πως περισσότεροι από 2.000 Έλληνες προσβάλλονται ετησίως, ενώ τα κρούσματα στις γυναίκες είναι πολύ λιγότερα (περίπου 800).Η νόσος είναι πιο συχνή στις ηλικίες άνω των 65 ετών, ενώ σπανίως εμφανίζεται πριν από τα 40.


ΚΑΠΝΙΣΜΑ  ΚΑΙ   ΤΗΓΑΝΗΤΟ   ΚΡΕΑΣ
Ο σπουδαιότερος παράγοντας κινδύνου για τον καρκίνο της κύστεως είναι το κάπνισμα, αν και η εργασία σε βιομηχανίες χρωμάτων, καουτσούκ ή δερμάτων επίσης έχει σχετιστεί με αυτόν. Το κάπνισμα πιστεύεται ότι συντελεί σε περισσότερο από το 50% των καρκίνων της ουροδόχου κύστης στους άντρες και στο 33% στις γυναίκες. Υπολογίζεται ότι οι καπνιστές διατρέχουν δύο έως τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από καρκίνο της ουροδόχου κύστης σε σύγκριση με τους  μη καπνιστές. Η διακοπή του καπνίσματος ελαττώνει τον κίνδυνο, αλλά πρέπει να περάσουν 10 έτη από την διακοπή για να εξισωθεί με αυτόν των μη καπνιστών.
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης έχει επίσης σχετιστεί με την αυξημένη κατανάλωση τηγανισμένων κρεάτων και λίπους, ενώ η πρόσληψη βιταμίνης Α φαίνεται ότι δρα προστατευτικά. Διάφορα φάρμακα (λ.χ. φαινακετίνη, κυκλοφωσφαμίδη) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο όγκου του ουροθηλίου έως εννέα φορές , ενώ τον κίνδυνο μπορεί να αυξήσουν και οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του ουροποιητικού, ιδιαίτερα στα άτομα με παραπληγία και λίθους στην κύστη.


ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ   ΚΑΙ   ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Οι περισσότεροι ασθενείς (το 80%-90%) με καρκίνο της ουροδόχου κύστης έχουν αίμα κατά την ούρηση (αιματουρία).Μπορεί επίσης να αισθάνονται επιτακτική ανάγκη προς ούρηση (έπειξη), δυσκολίες στην ούρηση (δυσουρία ), καθώς και ελάττωση της χωρητικότητας της  κύστης. Ειδικά στους ασθενείς με τοπικούς καρκίνους μπορεί να υπάρχει ερεθισμός της κύστης χωρίς αιματουρία. Ανάλογα με τη θέση των όγκων και το βάθος της διήθησης τους στο τοίχωμα της, μπορεί να υπάρχει απόφραξη στον ουρητήρα, με αποτέλεσμα πόνο στην οσφύ, κακουχία και ελαττωμένη νεφρική λειτουργία. Σε σπάνιες περιπτώσεις εμφανίζεται κάποιος ασθενής με πόνους εξαιτίας μετάστασης στα οστά ή λόγω επέκτασης της νόσου.
Oι ασθενείς που παρουσιάζουν αιματουρία πρέπει να υποβάλλονται αρχικά σε γενική ούρων ,καλλιέργεια ούρων και υπερηχογραφικό έλεγχο του ουροποιητικού. Ανάλογα με τα ευρήματα ο ασθενής μπορεί να υποβληθεί σε ενδοφλέβια πυελογραφία –κυτταρολογική ούρων- και τελος  ΚΥΣΤΕΟΣΚΟΠΙΣΗ.


ΕΙΔΗ  ΚΑΙ   ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ
Ο καρκίνος μπορεί να αναπτυχθεί σε διάφορα είδη κυττάρων που υπάρχουν στην κύστη.Σε αδρές γραμμές, οι καρκίνοι της κύστης χωρίζονται σε καρκίνους του ουροθηλίου, σε πλακώδη καρκινώματα (αποτελούν το 3% των κρουσμάτων),σε αδενοκαρκινώματα (2% των κρουσμάτων),σε μικροκυτταρικά καρκινώματα (λιγότερο από 1% των κρουσμάτων) και σε μεικτούς όγκους. Οι καρκίνοι της κύστης ταξινομούνται επίσης αναλόγως με το πόσο επιθετικοί είναι σε χαμηλού βαθμού  (G1-και-G2) ή σε υψηλού βαθμού (G3).
Στο περίπου 75% των περιπτώσεων οι όγκοι είναι επιφανειακοί, ενώ μεταστάσεις υπάρχουν σε ποσοστό έως 5% των ασθενών. Και πάλι σε αδρές γραμμές, ο καρκίνος της κύστης χωρίζεται σε τέσσερα στάδια, κάθε ένα από τα οποία έχει τις υποδιαιρέσεις του.
Η αξονική ή μαγνητική τομογραφία κοιλίας μαζί με το σπινθηρογράφημα οστών βοηθούν στην καλύτερη σταδιοποίηση της νόσου.


ΘΕΡΑΠΕΙΑ   ΚΑΙ   ΥΠΟΤΡΟΠΕΣ
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καρκίνου της κύστης είναι ότι έχει υψηλά ποσοστά επανεμφάνισης. Από τους ασθενείς με επιφανειακούς όγκους, οι περισσότεροι θα εμφανίσουν νέους όγκους έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα και το 30% θα επιδεινωθούν σε ένα υψηλότερο στάδιο. Γι αυτό πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε εξετάσεις, έπειτα από την επιτυχημένη αρχική θεραπεία  τους. Σε γενικές γραμμές, οι ασθενείς με επιφανειακούς όγκους αντιμετωπίζονται με πλήρη εκτομή του όγκου διουρηθρικά.. Μετά την εκτομή ,τίθενται σε προσεκτική παρακολούθηση ,η οποία συμπεριλαμβάνει κυστεοσκόπηση ,κυτταρολογική εξέταση των ούρων και υπερηχογράφημα.Η κυστεοσκόπηση γίνεται για να εντοπιστούν εγκαίρως τυχόν ύποπτα μορφώματα στην κύστη, η κυτταρολογική για να εξακριβωθεί εάν έχουν διαφύγει καρκινικά κύτταρα στα ούρα , και οι διουρηθρικές εκτομές για να εντοπιστεί τυχόν υποτροπή πριν καν γίνει ορατή με την κυστεοσκόπηση. Στους ασθενείς μπορεί επίσης να συστηθεί  ΕΝΔΟΚΥΣΤΙΚΗ  θεραπεία με φάρμακα που σήμερα έχει τεκμηριωθεί ότι μειώνει το ποσοστό των υποτροπών. Οι όγκοι που έχουν εξαπλωθεί στο μυικό τοίχωμα επίσης αντιμετωπίζονται χειρουργικά ,αλλά μπορεί να χρειαστεί να αφαιρεθεί τμήμα ή ολόκληρη η ουροδόχος κύστη ή να συνδυαστεί η εγχείρηση με ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία. Εάν αφαιρεθεί η κύστη, δημιουργείται ένα εσωτερικό «ρεζερβουάρ» των ούρων χρησιμοποιωντας ένα τμημα  εντερου.